Η Άνδρος είναι το βορειότερο νησί των Κυκλάδων και το δεύτερο σε έκταση μετά τη Νάξο.
Έχει έκταση 374 τετραγωνικά χιλιόμετρα και επιμήκες σχήμα με κατεύθυνση από Β-ΒΔ προς Ν-ΝΑ. Τα υψηλότερα βουνά της είναι το Πέταλο και ο Κουβάρας (μέγιστο υψόμετρο 997 μ., με υψηλότερη κορυφή τον Προφήτη Ηλία).
Οι ντόπιοι συχνά αποκαλούν την Άνδρο «Βράχο», τόσο λόγω των βραχώδων ακτών της όσο και των μικρών νησίδων που την περιβάλλουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το σύμπλεγμα των Γαυριονησίων, που βρίσκεται στη δυτική πλευρά του νησιού, λίγο έξω από το λιμάνι του Γαυρίου, και αποτελείται από τα: Αλαδονήσι, Πρασονήσι, Λαγονήσι και Μεγάλο Νησί. Το νησάκι Θεοτόκος βρίσκεται στην ανατολική πλευρά, βόρεια της πρωτεύουσας (Χώρας).
Το υπέδαφος αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από κρυσταλλικούς σχιστόλιθους, γεγονός που «ευλογεί» το νησί με ποτάμια, ρέματα, χειμάρρους και πολλές πηγές. Γι’ αυτό υπάρχουν πολλές βελανιδιές, πλατάνια, ελιές, κυπαρίσσια, καρυδιές και λεμονιές, κυρίως στη νότια και νοτιοανατολική πλευρά. Τα άφθονα νερά και η πλούσια βλάστηση είναι επίσης υπεύθυνα για τις αρχαίες ονομασίες της Άνδρου: Υδρούσα, Λασία, Νωναγρία και Επαγρίς.
Στις απότομες ακτές του νησιού πετούν αγριοπερίστερα και τρυγόνια, ενώ σε ορισμένες περιοχές ζει και η μεσογειακή φώκια Monachus monachus. Χαρακτηριστικό στοιχείο του τοπίου της Άνδρου είναι οι λεγόμενες «αιμασιές». Πρόκειται για αναβαθμίδες που συγκρατούνται από πέτρινους τοίχους (τις γνωστές «ξερολιθιές») και χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία επίπεδων καλλιεργήσιμων εκτάσεων.
Το νησί διαθέτει τρία λιμάνια, δύο στη δυτική πλευρά και ένα στην ανατολική. Το κύριο λιμάνι είναι το Γαύριο, με τακτική σύνδεση με τη Ραφήνα. Το λιμάνι του Μπατσίου, λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, εξυπηρετεί κυρίως ιδιωτικά σκάφη. Το λιμάνι της Χώρας χρησιμοποιείται κυρίως ως μαρίνα για ιδιωτικά σκάφη και αλιευτικά.
Ιστορικά στοιχεία
Σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, αυτή του Διόδωρου του Σικελιώτη, το νησί πήρε το όνομά του από τον Άνδρο, στρατηγό του Ραδάμανθυ, βασιλιά της Κρήτης, γεγονός που αποδεικνύει επίσης ότι η Άνδρος βρισκόταν υπό κρητική κυριαρχία, όπως και τα υπόλοιπα νησιά του Αιγαίου.
Λόγω της θέσης της, η Άνδρος υπήρξε στρατηγικό σημείο σε όλες σχεδόν τις ιστορικές περιόδους. Πρόσφατες ανασκαφές στο ακρωτήριο Στρόφιλα αποκάλυψαν έναν προϊστορικό οικισμό της Νεολιθικής περιόδου (4500–3200 π.Χ.), με πολυάριθμες βραχογραφίες. Ο οικισμός έχει χαρακτηριστεί ως ο σημαντικότερος της περιόδου αυτής και ο καλύτερα διατηρημένος στο Αιγαίο.
Λίγο νοτιότερα αποκαλύπτεται η Ζαγορά – ένας από τους καλύτερα διατηρημένους ελληνικούς οικισμούς της Γεωμετρικής περιόδου (900–700 π.Χ.). Ευρήματα της Εποχής του Χαλκού έχουν εντοπιστεί στην περιοχή Πλάκα (νότια της Ζαγοράς), καθώς και στον αρχαιολογικό χώρο της Υψηλής.
Κατά την Κλασική περίοδο, η Παλαιόπολη, πρωτεύουσα της Άνδρου, πιστεύεται ότι περιβαλλόταν από περίπου πενήντα οικισμούς. Πλούσια νομισματοκοπία αποδεικνύει την ευημερία εκείνης της εποχής. Το Αρχαιολογικό Μουσείο της Χώρας φιλοξενεί σχετικά ευρήματα, όπως τον Ερμή της Άνδρου και άλλα αντικείμενα από τη Ζαγορά.
Τον 7ο αιώνα π.Χ., η Άνδρος ίδρυσε τρεις αποικίες στη Χαλκιδική: την Άκανθο, τη Σάνη και τα Στάγειρα, γενέτειρα του μεγάλου αρχαίου Έλληνα φιλοσόφου Αριστοτέλη.
Από τον 11ο και 12ο αιώνα η Άνδρος γνωρίζει σημαντική ανάπτυξη. Γίνεται παγκοσμίως γνωστή χάρη στα μεταξωτά προϊόντα της και τη ναυτιλία. Η περίοδος αυτή άφησε εξαιρετικά δείγματα θρησκευτικής αρχιτεκτονικής, όπως οι ναοί των Ταξιαρχών στη Μεσσαριά, στη Μελίδα, στο Υψηλού και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στη Μεσαθούρη. Την ίδια περίοδο –και λίγο αργότερα– χτίστηκαν οι μονές Ζωοδόχου Πηγής, Αγίου Νικολάου και Παναχράντου.
Από το 1813, η Αγία Τριάδα στο Κόρθι φιλοξενούσε πιθανότατα το μοναδικό προεπαναστατικό σχολείο της Άνδρου, που ιδρύθηκε από τον Σαμουήλ Πλασίμη. Δίπλα στην Αγία Τριάδα σώζεται ακόμη το κτίριο που στέγαζε τους δασκάλους καθώς και ένα αξιόλογο τμήμα της βιβλιοθήκης.
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας γεννήθηκε και η γνωστή φράση: «Αν τολμάς μπάρμπα Λάμπρο, ξαναπέρνα από την Άνδρο», αναφερόμενη στην ήττα του Λάμπρου Κατσώνη στη ναυμαχία της Άνδρου. Στις 10 Μαΐου 1821 ο Θεόφιλος Καΐρης ύψωσε στο νησί τη σημαία της Επανάστασης.
Στους νεότερους χρόνους, παρά τις δυσκολίες του Πρώτου και Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, η Άνδρος βρέθηκε στην κορυφή της εμπορικής ναυτιλίας και της οικονομικής ευημερίας. Το 1939 η Άνδρος κατείχε τη δεύτερη θέση σε αριθμό νηολογημένων πλοίων μετά τον Πειραιά. Αξίζει να αναφερθεί ότι στις αρχές του 20ού αιώνα ο Ανδριώτης εφοπλιστής Δημήτρης Μωραΐτης εγκαινίασε τη θαλάσσια γραμμή Ελλάδας – Βόρειας Αμερικής.
Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος προκάλεσε σημαντικές απώλειες στο νησί, τόσο σε ανθρώπινες ζωές όσο και σε πλοία. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 ξεκίνησε ένα μεγάλο κύμα μετανάστευσης προς τα μεγάλα αστικά κέντρα της Αθήνας και του Πειραιά, αλλά και στο εξωτερικό (κυρίως στις ΗΠΑ), μειώνοντας δραματικά τον πληθυσμό του νησιού. Τις τελευταίες 2–3 δεκαετίες το νησί άρχισε να αναπτύσσεται ξανά, δίνοντας έμφαση κυρίως στον τουρισμό. Η φυσική ομορφιά του είναι μοναδική, διαθέτει πλούσια πολιτιστική κληρονομιά και το σημαντικότερο πλεονέκτημά του είναι ότι αποτελεί το κοντινότερο κυκλαδίτικο νησί στην Αττική.

